Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Λυκο-φιλίες...




Αίσωπος (6ος αι. π.Χ.)
γλυπτό στη Ρώμη (Villa Albani)

ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΝΟΣΩΝ

Ἰατρὸς ἐκκομιζομένου τινὸς τῶν οἰκείων ἔλεγε πρὸς τοὺς συμπροπέμποντας ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος, εἰ οἴνου ἀπείχετο καὶ κλυστῆρσιν ἐχρήσατο, οὐκ ἂν ἀπέθανε. Τούτῳ δέ τις ὑποτυχὼν ἔφη· Ὦ οὖτος, ἀλλ’ οὔ σε ἔδει ταῦτα νῦν λέγειν, ὅτε οὐδὲν ὄφελός ἐστιν, τότε δὲ παραινεῖν, ὅτε καὶ χρῆσθαι ἠδύνατο. Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι χρὴ τοῖς φίλοις παρὰ τὰς χρείας παρέχεσθαι, ἀλλὰ μὴ μετὰ τὴν τῶν πραγμάτων ἀπόγνωσιν κατειρωνεύεσθαι.
ΑΙΣΩΠΟΥ, Μῦθοι, 169

Όταν κηδευόταν κάποιος οικείος, ένας γιατρός έλεγε σ’ όσους συνόδευαν τη νεκρική πομπή ότι ο άνθρωπος αυτός, αν δεν έπινε κρασί και έκανε κλύσματα, δε θα είχε πεθάνει. Απαντώντας του κάποιος είπε: “Φίλε μου, δεν έπρεπε τώρα να τα λες αυτά, καθώς δεν ωφελούν σε τίποτε, αλλά να συμβούλευες τότε, όταν μπορούσε να αξιοποιήσει τις συμβουλές σου.”  Η διήγηση δείχνει ότι πρέπει να βοηθούμε τους φίλους μας, όταν έχουν ανάγκη, και να μην τους ειρωνευόμαστε μετά την απελπιστική κατάστασή τους.  (Μετάφραση: Θ.Γ. Μαυρόπουλος)

*    *    *
 

 ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΕΛΕΚΥΣ
Δύο τινὲς κατὰ ταὐτὸν ὡδοιπόρουν, καὶ θἀτέρου πέλεκυν εὑρόντος, ἅτερος μὴ εὑρὼν παρῄνει αὐτῷ μὴ λέγειν  Εὕρηκα”, ἀλλ᾿ Εὑρήκαμεν”. Μετὰ μικρὸν δὲ ἐπέλθοντων αὐτοῖς τῶν τὸν πέλεκυν ἀποβεβληκότων, ἔχων αὐτὸν διωκόμενος πρὸς τὸν μὴ εὑρόντα συνοδοιπόρον ἔλεγεν Ἀπολώλαμεν”. δὲ εἶπεν· “Ἀλόλωλα λέγε, οὐκ ἀπολώλαμεν· καὶ γὰρ καὶ ὅτε τὸν πέλεκυν εὗρες, εὕρηκα ἔλεγες, οὐχ εὑρήκαμεν.”   μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ μὴ μεταλαμβάνοντες τῶν εὐτυχημάτων οὐδ᾿ ἐν ταῖς συμφοραῖς βέβαιοί εἰσι φίλοι.
ΑΙΣΩΠΟΥ, Μῦθοι, 309

Κάποιοι δύο προχωρούσαν στον ίδιο δρόμο· όταν ο ένας από τους δυο βρήκε ένα τσεκούρι, ο άλλος που δε βρήκε τον συμβούλευε να μη λέει “Έχω βρει”, αλλά “Έχουμε βρει”. Μετά από λίγο, όταν τους επιτέθηκαν αυτοί που είχαν χάσει το τσεκούρι, εκείνος που το είχε, καθώς κυνηγιόταν, έλεγε προς το συνοδοιπόρο του που δεν είχε βρει τσεκούρι: “Έχουμε χαθεί”.  Εκείνος του είπε: “Λέγε, έχω χαθεί, όχι έχουμε χαθεί· διότι, και όταν βρήκες το τσεκούρι, έχω βρει, έλεγες, όχι έχουμε βρει.”  Η διήγηση δείχνει ότι όσοι δεν παίρνουν μερίδιο απ’ όσα μας δίνει η τύχη δεν είναι σταθεροί φίλοι ούτε στις συμφορές μας.  (Μετάφραση: Θ.Γ. Μαυρόπουλος)


  *     *     *

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΑΡΚΤΟΣ
Δύο φίλοι τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. Ἄρκτου δὲ αὐτοῖς ἐπιφανείσης, ὁ μὲν ἕτερος φθάσας ἀνέβη ἐπί τι δένδρον καὶ ἐνταῦθα ἐκρύπτετο, ὁ δὲ ἕτερος μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι, πεσὼν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἑαυτὸν νεκρὸν προσεποιεῖτο. Τῆς δὲ ἄρκτου προσενεγκούσης αὐτῷ τὸ ῥύγχος καὶ περιοσφραινομένης τὰς ἀναπνοὰς συνεῖχε· φασὶ γὰρ νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὸ ζῷον. Ἀπαλλαγείσης δέ, ὁ ἀπὸ τοῦ δένδρου καταβὰς ἐπυνθάνετο τοῦ ἑτέρου τί ἡ ἄρκτος πρὸς τὸ οὖς εἰρήκει. Ὁ δὲ εἶπε τοῦ λοιποῦ τοιούτοις μὴ συνοδοιπορεῖν φίλοις οἳ ἐν κινδύνοις οὐ παραμένουσιν. Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τοὺς γνησίους τῶν φίλων αἱ συμφοραὶ δοκιμάζουσιν.

ΑΙΣΩΠΟΥ, Μῦθοι, 311

Δύο φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο. Όταν εμφανίστηκε μπροστά τους μια αρκούδα, ο ένας πρόφτασε κι ανέβηκε πάνω σε κάποιο δέντρο και εκεί κρυβόταν· ο άλλος, καθώς κόντευε να πιαστεί, έπεσε καταγής και προσποιούνταν ότι ήταν νεκρός. Όταν η αρκούδα πλησίασε πάνω του το ρύγχος της και τον μυριζόταν γύρω-γύρω, κρατούσε την αναπνοή του· διότι λεν ότι το ζώο αυτό δεν αγγίζει νεκρό. Όταν η αρκούδα έφυγε, αυτός που κρυβόταν στο δέντρο κατέβηκε και ρωτούσε τον άλλο τι του είχε πει η αρκούδα στο αυτί. Αυτός του είπε ότι τον συμβούλεψε να μη συνοδοιπορεί με τέτοιους φίλους που δε μένουν δίπλα σου στους κινδύνους. Η διήγηση δείχνει ότι οι συμφορές δοκιμάζουν τους γνήσιους φίλους.  (Μετάφραση: Θ.Γ. Μαυρόπουλος)


 *     *     *



ΠΕΡΔΙΞ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πέρδικά τις θηρεύσας ἤμελλε σφάξαι. Ἡ δὲ ἱκέτευε λέγουσα· “Ἔασόν με ζῆν· ἀντ᾿ ἐμοῦ πολλὰς πέρδικας ἐγώ σοι κυνηγήσω.”  Ὁ δὲ εἶπεν· “Δι᾿ αὐτὸ τοῦτο μᾶλλόν σε θύσω, ὅτι τοὺς συνήθεις καὶ φίλους σοι ἐνεδρεῦσαι θέλεις.”  Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ὁ κατὰ τῶν ἑαυτοῦ φίλων δολίας μηχανὰς συντιθεὶς αὐτὸς ἐν ταῖς ἐνέδραις τῶν κινδύνων ἐμπεσεῖται.

ΑΙΣΩΠΟΥ, Μῦθοι, 356

Κάποιος έπιασε μια πέρδικα και θα την έσφαζε. Εκείνη τον ικέτευε λέγοντας: “Άφησέ με να ζήσω· αντί για μένα εγώ θα κυνηγήσω για χάρη σου πολλές πέρδικες.”  Αυτός της είπε: “Γι’ αυτό ακριβώς περισσότερο θα σε σφάξω, επειδή θέλεις να στήσεις παγίδες σε γνώριμους και φίλους σου.”  Η διήγηση δείχνει ότι όποιος οργανώνει δόλια τεχνάσματα σε βάρος των φίλων του ο ίδιος θα πέσει στις ενέδρες των κινδύνων.  (Μετάφραση: Θ.Γ. Μαυρόπουλος)

*    *    *

ΤΡΑΓΟΣ ΚΑΙ ΑΜΠΕΛΟΣ

Τράγος ἐν τῇ ἐκβολῇ τῆς ἀμπέλου τὴν βλάστην ἔτρωγε. Τούτῳ δὲ προσεῖπεν ἡ ἄμπελος· “Τί με βλάπτεις; Μὴ γάρ οὐκ ἔστι χλόη; Ὅμως ὃσον σοῦ θυομένου οἶνον χρῄζουσιν, ἐγὼ παρέξω.”  Τοὺς ἀχαρίστους καὶ βουλομένους τοὺς φίλους πλεονεκτεῖν ἐλέγχει ὁ λόγος.

ΑΙΣΩΠΟΥ, Μῦθοι, 404

Ένας τράγος στην άνθηση του αμπελιού έτρωγε το βλαστάρι του. Το αμπέλι τού είπε: “Γιατί με βλάπτεις; Μήπως δεν υπάρχει χλόη; Όμως, όσο κρασί θα χρειαστεί, όταν θα σε σφάξουν, θα το δώσω εγώ.”  Η διήγηση κατηγορεί τους αχάριστους και αυτούς που θέλουν να έχουν πλεονεκτήματα απέναντι σε φίλους.  (Μετάφραση: Θ.Γ. Μαυρόπουλος)

*    *    *

ΚΥΚΝΟΙ ΚΑΙ ΧΗΝΕΣ
Κύκνοι καὶ χῆνες ἀλλήλοις φιλιωθέντες ἐπὶ τῆς πεδιάδος ἐξῆλθον καὶ νεμομένων αὐτῶν ὁμοθυμαδὸν θηρευταὶ αὐτοῖς ἐπῄεσαν. Καὶ οἱ μὲν κύκνοι, διὰ τὴν τοῦ σώματος ὠκύτητα, εὐθὺς πετασθέντες ἔφυγον· αἱ δὲ χῆνες, τῇ ἑαυτῶν φυσικῇ βραδύτητι ἐπεχόμεναι, ὑπὸ τῶν θηρευτῶν κατεσχέθησαν. Οὗτος ὁ λόγος παριστᾷ τοὺς μὴ ὁλοτρόπως τοῖς ἑαυτῶν φίλοις προσανέχοντας, ἀλλ᾿ ἐν καιρῷ περιστάσεως τούτων ἀφισταμένους.

ΣΥΝΤΙΠΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ, Μυθολογικόν, 60

Οι κύκνοι έπιασαν φιλίες με τις χήνες και βγήκαν στην πεδιάδα να βοσκήσουν. Ξαφνικά, έπεσαν πάνω τους όλοι μαζί οι κυνηγοί. Οι κύκνοι, σαν πιο γρήγοροι που είναι, πέταξαν κι έφυγαν αμέσως. Όμως οι αργές από φυσικού τους χήνες, έπεσαν στα χέρια των κυνηγών. Ο μύθος δείχνει εκείνους που θεωρούν πως πρέπει να βρίσκονται κοντά στους φίλους τους μόνο στις καλές περιστάσεις.  (Μετάφραση: Γ. Μπλάνας)

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Μια θαρραλέα καταγγελία της γυναικείας καταπίεσης

Στο μυθιστόρημα «Οι επισκέπτες» της Διδώς Σωτηρίου δύο παράξενοι «επισκέπτες» από το παρελθόν επισκέπτονται την Ντορίτα, μια σύγχρονη, γεμάτη ευαισθησίες κι ανησυχίες, μαθήτρια της Β΄ Λυκείου. Ο πρώτος επισκέπτης είναι η τραγική Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832), η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος. Στα ακόλουθα αποσπάσματα μιλάει το φάντασμα της Ελίζας (Ελισάβετ) Μαρτινέγκου στην Ντορίτα.


Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832)
(προσωπογραφία του Νικολάου Καντούνη, 1833)
Το στραπάτσο της παιδική ψυχής σε σημαδεύει σ’ ολόκληρη τη ζωή σου. Εγώ έζησα λίγο. Ίσως θα ήταν πιο σωστό να πω πως με πότιζαν θάνατο από την κούνια. Μη με κοιτάς απορημένα, Ντορίτα. Στο βραχύ βίο μου δε θυμούμαι να μου επιτρέψανε ποτέ να βγω μονάχη στο δρόμο να περπατήσω, ν’ αντικρίσω το φως και τους ανθρώπους. Τις σπάνιες φορές που βγήκα με συνόδευαν πάντα οι γονείς μου. Σχολείο δεν πήγα. Με παιδιά δεν έπαιξα στο δρόμο. Κι όταν ενηλικιώθηκα τότε η κατάσταση χειροτέρεψε· ζούσα αληθινά φυλακισμένη, όπως και η αδελφή μου. Ενώ ο αδελφός μου γύριζε και σπούδαζε στην Ευρώπη. Θυμούμαι τέσσερα χρόνια, πριν καταλήξω στο θλιβερό γάμο μου, δε βγήκα ούτε μια φορά! Και μήπως τον άντρα που μου δώσανε τον είχα καν δει, είχα ανταλλάξει μαζί του κουβέντα να δω τι σόι άνθρωπος ήταν κι αν θα ταιριάζαμε; Τα βάρβαρα αυτά ήθη αφορούσαν τα κορίτσια της αριστοκρατίας στη Ζάκυνθο. Τις φτωχές κοπέλες τις άφηναν κι αυτές στραβές, μα κάπως πιο ελεύθερες και τούτο γιατί έπρεπε να δουλεύουν… […]
Βαριά η μοίρα της γυναίκας για αιώνες. […] Η δουλική υποταγή της, ο κρυφός ή φανερός τρόμος της μπρος στον κυρίαρχο άντρα, οι ταπεινώσεις, η ανισότητά της, μέσα στην οικογένεια και όξω στην κοινωνία, ακόμα και με το γάντι όταν γίνονταν, ήταν αρκετά για να την κάνουν σκλάβα. Θα σου πω ένα γεγονός. […] Ένα κορίτσι, από τη φαμελιά μου, τόλμησε να ερωτευτεί έναν ποπολάρο, που δεν ήταν της τάξης της. Και ξέρεις τι τύχη είχε κι αυτή και ο αγαπημένος της; Ο πατέρας έκοψε το κεφάλι του παλικαριού, το ’βαλε σ’ ένα χρυσό κλουβί και την κόρη του στο ίδιο δωμάτιο, με αποτέλεσμα να παραφρονήσει το κορίτσι… (σσ. 45-47)

Η Ελίζα γύρισε και κοίταξε την Ντορίτα και η μελαγχολία χάθηκε για λίγο από το πρόσωπό της. Τα μάτια της γίναν δυο φεγγάρια γεμάτα απαλό φως και όνειρα.
– Πόσο θα ’θελα να ξαναζούσα, της είπε. Να γινόμουνα εσύ. Να πετούσα από το κορμί μου τούτα τα παλαιικά, ασφυκτικά ρούχα της δουλείας, να φόραγα τζιν, ν’ αποκτούσα μια νέα αντίληψη ζωής, να χόρευα, να χόρταινα γέλιο, ξέγνοιαστο γέλιο, νεανικό. Να είχα ένα Δημήτρη ν’ ακουμπώ το κεφάλι μου στον ώμο του, να κουβεντιάζω μαζί του για ιδέες. Ν’ αγωνίζομαι για ιδανικά με τα νιάτα της γενιάς σου. Να σπουδάζω σε Πανεπιστήμια, να διαβάζω όσο θέλω, να γράφω έργα θεατρικά, μυθιστορήματα.
Εγώ όταν ζούσα ήμουνα φιμωμένη. Ήθελα να μιλήσω και μου κλείναν το στόμα. Ήθελα να σκεφτώ και μου νέκρωναν τον εγκέφαλο. Ήθελα να δράσω και με δέναν χεροπόδαρα. Απ’ όταν ένιωσα τον κόσμο πάλευα όπως ναυαγός μέσα σε θεόρατα κύματα θανάτου. Πού και πού κατάφερνα να υψώσω λίγο το κεφάλι και τότε άνοιγα το στόμα μου και φώναζα: «Βοήθεια! Θέλω να ζήσω…». Κάποιες απ’ αυτές τις κραυγές κατάφερα να καταγράψω αργότερα στην αυτοβιογραφία μου, το μόνο βιβλίο που περισώθηκε μέσα στα είκοσι δύο τόσα που έγραψα. Όμως κι αυτό, για λόγους οικογενειακής ευθιξίας, το λογόκρινε, ύστερα από χρόνια και το κουτσούρεψε ο γιος μου, το σπλάχνο μου, που μόλις τον έφερα στη ζωή έφυγα εγώ για πάντα. Φοβόταν μη φανερωθούν στον κόσμο τα «οικεία κακά» που τόλμησα εγώ, μια γυναίκα, να γράψω και θιγεί έτσι η οικογενειακή μας τιμή… (σσ. 51-52)

Πρέπει να σου ομολογήσω, Ντορίτα, πως οι κρίσεις που κάνω δε στρέφονται μόνο κατά της τυραννίας των αντρών. Είναι και οι υπαινιγμοί για το ήθος και την πολιτεία του ίδιου του πατέρα μου, του θείου μου και του αδελφού μου που τόσο μας καταπίεζαν. Αυτοί ταξίδευαν και γλεντοκοπούσαν στην Ιταλία και στη Γαλλία κι άφηναν τη δυστυχισμένη τη μάνα μου, την αδελφή μου κι εμένα έρημες στο σπίτι, κλειδωμένες η καθεμιά στο δωμάτιό της μ’ ένα εργόχειρο πάντα στο χέρι… Δίχως χαρά και ελπίδα, δίχως κοινωνικές σχέσεις, δίχως την ελάχιστη «ξεφάντωση». Η μητέρα μου δεν είχε δικαίωμα ούτε το σπίτι της να κυβερνήσει ούτε τα παιδιά της να μεγαλώσει όπως ήθελε. Μόνο που τα γεννούσε, τα τάιζε και τα ξενυχτούσε στις αρρώστιες τους…
Μέσα στη θλιβερή εκείνη φυλακή δεν άκουγες άλλο από αναστεναγμούς και δάκρυα. Κι όταν γύριζε ο πατέρας, ποτέ του δεν έβρισκε να πει έναν καλό λόγο, πάντα διαταγές, σκέτες διαταγές και απαγορεύσεις. Και ο θείος μου και ο αδελφός μου κανείς δε λογάριαζε τις γυναίκες σαν ανθρώπινα όντα. Δεν καταδέχονταν να συζητούν μαζί μας, δε μας ενημέρωναν ποτέ για το τι σχεδίαζαν, πώς σκέπτονταν, τι εντυπώσεις είχαν από τα ταξίδια τους, από τη ζωή την πολυτάραχη του νησιού μας. […] (σσ. 55-56)

Σκίτσο της Ελισάβετ Μουτζάν -Μαρτινέγκου
που φιλοτέχνησε η Ελ. Γούναρη
(Μουσείο Επιφανών Ζακυνθίων)
Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις πόσο μεγάλη δυστυχία ήταν τότε να γεννηθείς γυναίκα και μάλιστα αρχόντισσα. Στέκομαι ιδιαίτερα στο ισόβιο κλείδωμα στο σπίτι, γιατί αυτή η φυλάκιση ήταν το πιο βάρβαρο δείγμα της γυναικείας σκλαβιάς. Θα σου διηγηθώ ένα περιστατικό για ν’ αντιληφτείς πόσο απόλυτο ήταν το κλείδωμα αυτό.
Είχα μια ξαδέλφη, κόρη του αδελφού του πατέρα μου. Την αγαπούσα, ήταν το μόνο παιδί που μ’ έκανε να νιώσω τη χαρά της επικοινωνίας, γιατί μικρά παίζαμε μαζί όταν ερχόταν πού και πού στο σπίτι. Παντρεύτηκε κι έφυγε με τον άντρα της για την Κεφαλονιά. Η νέα της ζωή, όπως και της κάθε παντρεμένης που γνώριζα, δεν ήταν ρόδινη. Ιδιαίτερα όταν έχασε και το πεντάχρονο παιδί της έπεσε σε μεγάλη μελαγχολία.
Έμαθα πως είχε επιστρέψει για λίγο κοντά στους δικούς της. Όμως δεν είχε προλάβει να ’ρθει να με δει γιατί έπεσε βαριά άρρωστη από μια τρομερή αιμορραγία, που σε δυο μέρες την οδήγησε στο θάνατο. Μπορείς να διανοηθείς τι ήταν για μένα να ξέρω πως χαροπαλεύει και να μην έχω το δικαίωμα να βγω, να τρέξω στο προσκεφάλι της να της παρασταθώ; Και μη δα είχα δικαίωμα ν’ ακολουθήσω την κηδεία της και να της δώσω τον ύστατο ασπασμό;
Στην αυτοβιογραφία μου προσπαθώ μ’ όλα τα μέσα να δείξω πόσο με σκότωνε μέρα τη μέρα εκείνο το αναγκαστικό κλείδωμα. Να νιώθεις πως γεννήθηκες για κάτι άλλο, πως λαχταράς να γνωρίσεις ανθρώπους, να περιγράψεις ανθρώπους, και να σε κρατούν χρόνια μέσα στα ίδια ψυχρά μισοσκότεινα δωμάτια πάντα μ’ ένα εργόχειρο άχρηστο και ανιαρό στο χέρι. Αυτό το εργόχειρο ήταν ο ύψιστος προορισμός της αρχόντισσας γυναίκας και φυσικά ο γάμος, η τεκνοποιία και η κουζίνα…
Θυμάμαι πως μου φαινόταν αληθινή ξεφάντωση, όταν ο πατέρας μάς πήγαινε αραιά και πού με το αμαξάκι ίσαμε ένα μίλι δρόμο, σε κάποιο κτήμα μας. Ένιωθα πιο ευτυχισμένη από τα κορίτσια που πρωτοπηγαίνουν σε χορό ή σε κάποιο εκπληκτικό θέαμα (άγνωστες χαρές για μένα). Κοίταζα μαγεμένη τη φύση, τον πλατύ ουρανό στεφανωμένο από τις γύρω βουνοκορφές, τις πεδιάδες με τ’ αμπέλια, το τρυφερό γρασίδι, τα περήφανα δέντρα, το έκπαγλο φως του ήλιου. Κι όταν τύχαινε ν’ ανταλλάξω καμιά κουβέντα με χωριατοπούλες, ήταν σαν να ξανάπαιρνα ανθρώπινη υπόσταση. Οι εντυπώσεις αυτές μου κρατούσαν για μήνες συντροφιά και μου φαινόταν πως άνοιγαν οι ουρανοί και άκουγα θεϊκές μελωδίες που κάναν την καρδιά μου να σκιρτάει από αγαλλίαση γιατί καταλάβαινα πως τρέχει αίμα στις φλέβες μου, πως η απομόνωση δεν είχε καταφέρει ακόμα να με πεθάνει. Τότε ριχνόμουνα με μανία στο χαρτί και έγραφα, έγραφα… (σσ. 59-60)

Η λατρεία της μάθησης
Από μικρό παιδί ένιωθα μια φλόγα να με καίει. Ήθελα να εκφραστώ, να γράψω. Πώς όμως; Γράμματα δεν ήξερα. Ως τα οχτώ μου χρόνια, όπως σου είπα, αγνοούσα και αυτό το αλφάβητο. Κανείς απ’ τους υπεύθυνους για την αγωγή μου δεν είχε διάθεση να ικανοποιήσει τη λαχτάρα που ένιωθα για τα γράμματα. Παρακάλεσα κάποτε την άλλη φυλακισμένη, τη μητέρα μου, να μου δείξει αυτή τα λίγα γραμματάκια που ήξερε. Η καημενούλα έκανε προσπάθεια ν’ ανταποκριθεί. Άρχισε από το «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός…». Αυτό το ελάχιστο που μπόρεσε να μου δώσει το άρπαξα και από τότε μόνη μου επιδόθηκα με το ζήλο εφευρέτη, γιατί πραγματικά εφεύρισκα όσα εκείνη δεν ήξερε να μου εξηγήσει. Αυτό ήταν το πρώτο μου ξεκίνημα, μια και ο πατέρας μου και ο αδελφός μου που είχαν φοιτήσει στα μεγαλύτερα Κολέγια και Πανεπιστήμια της Ευρώπης, ούτε ήθελαν ούτε καταδέχονταν να ασχοληθούν με τη μόρφωση ενός κοριτσιού. Τους φαινόταν ανήκουστο και επιζήμιο να γυρεύει γράμματα ένα κορίτσι!
Ωστόσο, μια φορά που ζήσαμε για λίγες μέρες με τον πατέρα μου στην εξοχή και δεν είχε πώς να περάσει την ώρα του, το βρήκε διασκεδαστικό να μου δείξει να διαβάζω ιταλικά. Ήταν σίγουρος πως δεν θα καταλάβαινα και πολλά πράγματα. Εγώ όμως άνοιξα μάτια και αυτιά και όλα τα πορτοπαράθυρα του μυαλού μου και ρούφηξα τη διδαχή του όπως το ξερό σφουγγάρι το νερό. Από κει και πέρα τη γλώσσα την έμαθα με τη βοήθεια μιας «Μεθόδου εκμαθήσεως της Ιταλικής γλώσσης», που την ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη. Από τη μια σελίδα είχε το ιταλικό κείμενο και από την άλλη την ελληνική εξήγησή του. Ανασκουμπώθηκα λοιπόν και άρχισα το επίμονο και τόσο απολαυστικό έργο της αυτομόρφωσης. Η χαρά και η ικανοποίησή μου ήταν τόση, θαρρείς και είχα ανακαλύψει χρυσωρυχείο… Έπεσα με τα μούτρα στις γραμματικές και στα συντακτικά και προχώρησα γρήγορα και στις δύο γλώσσες.
Αυτή η τόσο θερμή προσήλωσή μου στο διάβασμα φυσικό ήταν να με κάνει να παραμελώ το μισητό εργόχειρο, πράγμα που δυσαρέστησε τη μητέρα και τη γιαγιά μου. Πού ακούστηκε κορίτσι να παρατάει το εργόχειρο για διαβάσματα! Όσο όμως εκείνες μ’ εμπόδιζαν τόσο φούντωνε μέσα μου η φλόγα για μάθηση. Ήθελα να τους πω, τι κατάλαβαν αυτές που έμειναν τυφλές μέσα στο μαύρο σκοτάδι της αμάθειας. Μα πού να το αποτολμήσω… Εδώ δεν είπα κάτι πολύ πιο ανεκτό: «Αφού δε μου φέρνετε δάσκαλο, αφήστε με τουλάχιστο να μελετάω ένα δυο ώρες μοναχή μου». Έτσι τα διαβάσματα γίνονταν κρυφά σαν να έκανα κάποια κακή πράξη.
Την εποχή αυτή η μητέρα μου έφερε στον κόσμο ένα ωραίο αγοράκι, πράγμα που της έδωσε μεγάλη χαρά. Σ’ εμένα αναθέσανε τις δουλειές που εκείνη έκανε στο σπίτι. Ένα βράδυ μ’ ανακάλυψε ο πατέρας μου ριγμένη στο διάβασμα. Για κακή μου τύχη είχα ξεχάσει να βάλω αποβραδίς μέσα το κλουβί με το καναρίνι. Με πρόσχημα τη μικρή αυτή παράλειψη άρχισε να φωνάζει και να με μαλώνει και να λέει πως τα γράμματα «εσκότισαν» το μυαλό μου και με κάναν να ξεχνώ τα καθήκοντά μου. Αυτό με πλήγωσε και με φόβισε γιατί σκέφτηκα πως ό,τι στραβό θα έκανα από δω και πέρα, για όλα θα φταίγανε τα γράμματα… (σσ. 61-63)
[Τα παραπάνω αποσπάσματα προέρχονται 
από το βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου "Οι επισκέπτες", εκδ. Κέδρος]